Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Ανοιξιάτικη γιορτή

  Είκοσι έξι χρόνια είχε να τον δει τον αδερφό της και να μιλήσουν.Είχαν κόψει και την καλημέρα από τότε που πέθανε κι ο πατέρας στα χέρια της. Γιατί αυτή ήταν που ούτε παντρεύτηκε, ούτε οικογένεια έκανε, για να μείνει με τους γονείς που σχεδόν απ' όταν ενηλικιώθηκε άρρωστους τους θυμάται. Κι ας την παρακάλεσε ο Ανέστης να φύγει μαζί του στη Λήμνο που διορίστηκε στην τράπεζα. Μεγάλος έρωτας με τον Ανέστη, ονειρεύονταν οικογένεια και παιδιά και σπίτι δίπλα στην θάλασσα. Αλλά τότε ακριβώς ήταν που αρρώστησε η μητέρα. Και τρέξε στα νοσοκομεία και τρέξε στις θεραπείες, έφυγε κι ο Ανέστης για τη Λήμνο κι επέστρεψε σχεδόν δέκα χρόνια μετά με τη σύζυγο και τα δίδυμα.

   Δε βαριέσαι. Καθείς εφ ω ετάχθη. Μόνη της το αποφάσισε και δεν υπάρχει περιθώριο για μετάνοιες. Όμως αυτό με τον αδερφό, ο τσακωμός, τα βαριά λόγια κι η απόφαση να μη ξαναμιλήσουν ποτέ δεν ήταν δική της απόφαση, δική του ήταν. Ας όψονται τα κληρονομικά. ήταν εκείνη η διαθήκη που τους χώρισε, η απόφαση του πατέρα να της αφήσει ολόκληρο το σπίτι με το κτήμα γιατί τους γηροκόμησε τους γονείς κι έμεινε κι αυτή μόνη κι έρημη, ενώ εκείνος είχε κάνει οικογένεια, είχε αγοράσει σπίτι στην πόλη, είχαν καλές δουλειές κι αυτός κι η γυναίκα του. Μόνο που δεν ¨χώνεψε" ποτέ πως δε θα είχε κάτι δικό του στα πατρικά χώματα, έστω ένα κομματάκι από το μεγάλο οικόπεδο κι ας έχτιζε μόνος του εκεί ένα σπιτάκι. Κι εκείνη, η αδερφή, το σκέφτηκε, ήθελε να του παραχωρήσει κάποια μέτρα γης να χτίσει κάτι, όμως μετά από τα λόγια που είπε, ότι και καλά τους πίεσε και τους έπεισε τους γονείς για να τα πάρει όλα αυτή και πολλά χειρότερα, πείσμωσε, τον έστειλε στο σπίτι του, στην πόλη, στην γυναίκα και τα παιδιά του.
  Είκοσι έξι χρόνια έχουν να μιλήσουν, είκοσι έξι χρόνια να τον δει.....και τ' ανίψια της. Και τα παιδιά τους, τα εγγόνια του αδερφού, δεν τα ΄χει δει ποτέ. Και σήμερα στο μπακάλικο έμαθε ότι έρχονται, όλοι μαζί, για Πάσχα στο χωριό και θα μείνουν στον καινούριο ξενώνα που έγινε στην πλαγιά του λόφου. Από την Μεγάλη Τετάρτη είναι εδώ αλλά δεν συναπαντήθηκαν ακόμη. Άραγε θα είναι στην εκκλησία το βράδυ στην Ανάσταση;
   Σα να το βλέπει να συμβαίνει. Εκεί πάνω στο "Χριστός Ανέστη" του παπά κι ενώ χτυπάνε οι καμπάνες, προσεχτικά για να μη σβήσει η φλόγα στο κερί κι ενώ όλοι γύρω αγκαλιάζονται και φιλιούνται, καθώς θα μισογυρίζει κουρασμένα για να ξαναμπεί στην εκκλησία μέχρι να τελειώσει όλη η λειτουργία - άλλωστε δεν την περιμένει και κανείς να γυρίσει γρήγορα σπίτι - έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον αδερφό, ναι, αυτός είναι, αρκετά μεγαλύτερος, γερασμένος και κουρασμένος κι αυτός αλλά να, εκεί βαθιά μέσα στα μάτια του είναι ακόμη εκείνη η λάμψη της ζαβολιάς που είχε κι όταν της έπαιρνε και της έκρυβε τα παιχνίδια και έτσι, εντελώς ξαφνικά κι αυθόρμητα βγαίνουν απ' τα χείλη της οι λέξεις :"Χριστός Ανέστη, αδερφέ". "Αληθώς, αδερφή".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου