Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Μπαλκόνι στη τζαμάλα

  Το μπαλκονάκι ήταν αυτό που λέμε "μια σταλιά". Ήταν δεν ήταν ενάμισυ μέτρο μήκος και πλάτος μόλις σαράντα εκατοστά. Αφού να φανταστείς ο μεγάλος, που φοράει σαράντα οχτώ νούμερο παπούτσι ίσα που πατάει και στέκεται όρθιος. Ούτε καρέκλα δεν μπορείς να βάλεις να καθίσεις. τα δυο της πόδια στο μπαλκόνι και τα δύο στο δωμάτιο.
  Παρόλα αυτά είναι όμορφο με τα σιδερένια τσιγκελωτά καγκελάκια, βαμμένα μαύρα, και τα φουρούσια του, απομεινάρια μιας άλλης εποχής, τότε που το σπίτι ήταν "αρχοντικό". Πράγματι, το μπαλκονάκι ανήκε σ΄ένα διώροφο αρχοντικό και μάλιστα στον δεύτερο όροφό του. Από κείνα τα παλιά "κλειστά" σπίτια της πόλης. Που μπροστά στο δρόμο ύψωναν έναν τοίχο ψηλό και δυσπρόσιτο, γεμάτο παράθυρα, ψηλά και λεπτά, με κάγκελα κι αυτά, βαμμένα μαύρα, άντε κι ένα μπαλκονάκι, μικρό, ίσα να στέκεσαι να βλέπεις την παρέλαση ή τη λιτανεία. Από την πίσω πλευρά όμως.... από την πίσω πλευρά, που δε φαινόταν από το δρόμο, άνοιγε μια μεγάλη πλακόστρωτη αυλή, με πηγάδι στο κέντρο της και κατέληγε σ΄έναν κήπο, χαρά Θεού, γεμάτο δέντρα, λουλούδια και κηπευτικά φυσικά, για τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας.
  Να φανταστείς το σπίτι αυτό, στον πόλεμο, και μη ρωτάς ποιον πόλεμο, ένας ήταν ο πόλεμος, του 1940, το είχαν επιτάξει οι Ιταλοί για αρχηγείο τους. Είχαν απομονώσει την οικογένεια σ' ένα δωμάτιο και χρησιμοποιούσαν όλους τους υπόλοιπους χώρους. Και την αυλή. 
  Δεκαεπτά χρονών κοριτσάκι ήταν τότε, αλλά δεν tους φοβήθηκε. Ήταν ευγενικοί οι Ιταλοί, "σινιορίνα" τη φωνάζαν και παραμέριζαν να περάσει με μια ελαφριά υπόκλιση. Στρατιώτες μπαινόβγαιναν όλη μέρα στο αρχοντικό και τα βράδια τραγουδούσαν στην αυλή. Χαρούμενος λαός οι Ιταλοί. Σαν και μας. Σιγά μην ήθελαν αυτοί να πολεμήσουν. Ας όψεται αυτός που τους έστειλε μέχρι εδώ. Κι όμορφος λαός οι Ιταλοί, χαμογελαστοί και μ΄ένα βλέμμα όλο γλύκα. Τίποτε δεν πείραζαν, ούτε τα τρόφιμα της οικογένειας. 
  Μετά ήρθαν οι Γερμανοί. Και κάναν κι αυτοί το αρχοντικό αρχηγείο τους. Όχι, δεν την πείραξαν την οικογένεια, όμως αγριεμένοι και αυστηροί πηγαινοέρχονταν όλη μέρα, κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει τα μάτια και ν΄ αντικρίσει το βλοσυρό τους βλέμμα, φόβος.
  Ο πόλεμος τέλειωσε όμως κι έφυγαν κι αυτοί. Το μπαλκονάκι, εκεί στη θέση του, είδε καλύτερες μέρες, Και γάμους και βαφτίσια και γλέντια και χορούς, και παιδιά κι εγγόνια με σαρανταοχτώ νούμερο παπούτσι. Ακόμη εκεί είναι, στη θέση του, με τα φουρούσια του, να ξεχωρίζει ανάμεσα στις τεράστιες βεράντες των διπλανών πολυκατοικιών, με την πλούσια βλάστηση και τραπέζια και καρέκλες και κούνιες.
   Κι αύριο, αύριο που στη μικρή πλατεία θ' ανάψει η τζαμάλα της Αποκριάς και θα μαζευτεί κόσμος και θα χορέψουν γύρω από τη φωτιά μασκαράδες και θα ρέει το κρασί και κατά το ξημέρωμα θα στήσουν μεγάλα καζάνια να φτιάξουν φασολάδα γιατί μπαίνει η σαρακοστή και θα μοσχομυρίσει η λαγάνα από τον διπλανό φούρνο, αύριο η κυρά-Μένη θα είναι εκεί, στο μπαλκονάκι με τα φουρούσια, στην καρέκλα με τα δύο πόδια έξω και τα δύο μέσα στο δωμάτιο, τυλιγμένη με το χοντρό πλεκτό σάλι, να μη χάσει την τζαμάλα της Αποκριάς κι ας είναι πια ενενήντα πέντε χρονών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου